Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

«Δε μπορεί», ξεφύσηξε τον καπνό αλλάζοντας σταυροπόδι.


Η αιωνίως κλαψιάρικη συναίσθηση, φόρεσε τις μπότες με τα ασημένια λουριά. Έψησε βαρύ γλυκό κι άναψε τσιγάρο. Αναρωτήθηκε γιατί Εκείνο(ς) έφτιαξε έτσι τον κόσμο που να επιθυμείς να σε χαϊδεύει κάποιος που λούζεται το πολύ τρεις φορές το μήνα και φοράει σκισμένες κάλτσες.

«Δε μπορεί», ξεφύσηξε τον καπνό αλλάζοντας σταυροπόδι. «Κάπου θα υπάρχει ένας με λαμπερά μαλλιά και νύχια καθαρά για να με ξύνει όπου με τρώει».

Όταν τελείωσε ο καφές, τον γύρισε ανάποδα. Αυτό που είδε να χοροπηδά στο μονοπάτι που σέρνει το μέλλον απ’ τη μύτη, την απογοήτευσε οικτρά: Ένας κλόουν έκανε κολοτούμπες κρατώντας από ένα κλαδευτήρι στο κάθε χέρι. Αντί για μάτια είχε δυο σκοινιά στο σήμα του σταυρού. Αντί για στόμα, ένα ανοιγμένο φερμουάρ.

Η συναίσθηση σηκώθηκε μορφάζοντας κι έκανε αυτό που ήξερε να κάνει πιο καλά απ’ τον καθένα.

Ξύστηκε μόνη της.

Angelina Rain